Παπαδόπουλος Ευστάθιος MSc – MEd – PhD ΠΕ11
Τσεντίδου Γλυκερία MSc – MEd – PhD ΠΕ23

https://www.researchgate.net/profile/Glykeria-Tsentides?ev=hdr_xprf
https://www.linkedin.com/in/glykeria-v-tsentides-67aa5a84/

Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση Πιερίας
5ο Πανελλήνιο Συνέδριο

«Διδακτικής των Επιστημών μέσω Σύγχρονων Τεχνολογιών»

Καβάλα 19, 20 & 21 Απριλίου 2024

Οι ψυχαναλύτες συνηθίζουν να υποστηρίζουν τη φιλοσοφική φράση ‘εν αρχής
γενομένης το όνομα’ εξηγώντας πως οτιδήποτε κατονομάζεται αποκτά αυτόματα
μια υπόσταση και για να κατανοήσεις τη φύση ενός φαινομένου ή μιας κατάστασης,
ξεκίνα από το όνομά του. Κατά την ίδια σκέψη, για να αναλυθεί το φαινόμενο του
«σχολικού εκφόβισμού» θα ήταν χρήσιμο να γίνει μια ανασκόπηση γύρω από την έννοια
εκφοβισμός και πως αυτή έχει συνδεθεί ευρύτερα με τη βία που παρατηρείται και
καταγράφεται στην κοινωνία ως φαινόμενο.
Η μελέτη του φαινομένου του «εκφοβισμού» και η επεξήγηση του ξεκίνησε το 1970
στη Σκανδιναβία από τον Dan Olweus, όπου προσπάθησε να κάνει μια αναλύση της
βίας του όχλου, «mobbing» όπως χαρακριτιστικά αναφέρεται. Στην αγγλική γλώσσα
ο όρος αποδόθηκε ως bullying, καταλήγοντας το 1978 ο όρος να αναφέρεται στην
βία που προκαλούν οι μαθητές σε συνομηλίκους τους.
Το 1993 ο όρος έχει ήδη οριοθετηθεί, επεξηγώντας, ως σχολικό εκφοβισμό
ορίζουμε την «επαναλαμβανόμενη», «συνειδητή» και για μεγάλο χρονικό διάστημα
συμπεριφορά που σκοπό έχει την πρόκληση σωματικού ή ψυχικού πόνου. Μάλιστα
διευκρινιστικά υπογραμμίστηκε πως ο όρος χρησιμοποιείται για ασύμμετρη σχέση
δύναμης μεταξύ «θύματος» και «θύτη». Ο όρος θύμα αποδίδεται στον μαθητή που
βιώνει την αρνητική συμπεριφορά ενώ ο όρος θύτης σε εκείνον που την προκαλεί.
Πάνω στα ίδια χαρακτηριστικά του σχολικού εκφοβισμού εμβαθύνει και ο Rigby
(2002), ο οποίος αποδίδει στα σημαντικά γνωρίσματα του εκφοβισμού την
επαναληψιμότητα και τη σταθερή συχνότητα της εκφοβιστικής συμπεριφοράς η
οποία είναι βασισμένη στην ασύμμετρη σχέση δύναμης μεταξύ θύτη και θύματος.
Σε αντιδιαστολή με τις παραπάνω απόψεις οι οποίες συγκεντρωτικά στη
βιβλιογραφία συναντώνται ως θεωρίες «θύτη – θύματος» είναι η θεωρία της
«γενικής θυματοποίησης» η οποία πρεσβεύεται από τους Tatum & Tatum (1992)
και Schafer (2002). Στη γενική θυματοποίηση, η κεντρική ιδέα είναι ότι η βία μπορεί
να ασκείται και από άτομα ίσης δύναμης, ακόμη και του «φιλικού» περιβάλλοντος
χωρίς να απαιτείται η επαναληψιμότητα της σκόπιμης αρνητικής συμπεριφοράς
που στοχεύει γενικά να βλάψει τον άλλο.
Κατά την πορεία των ετών έχουν προταθεί διάφορες προσεγγίσεις ως προς την
κατανόηση και περιγραφή του φαινομένου από διάφορα επιστημονικά πεδία και
έχουν δοκιμαστεί διαφορετικές τεχνικές για την εξάλειψη συμβάντων βίας μέσα στη
σχολική κοινότητα. Παρόλες όμως τις προσπάθειες, οι αριθμοί που δεν ψεύδονται,
δείχνουν μια άνοδο των περιστατικών βίας στη σχολική κοινότητα. Το σχολικό έτος
2022-2023, το Χαμόγελο του Παιδιού, σε σχετική έρευνα που έκανε σε πανελλαδικό
δείγμα 2.293 παιδιών και των δύο βαθμίδων, υποστηρίζει ότι 1 στα 3 παιδιά
(32,4%), δέχεται εκφοβισμό ενώ στην Περιφέρεια της Πελοποννήσου το ποσοστό
ανέρχεται στο τεράστιο νούμερο (48,8%). Επιπλέον, ενδιαφέροντα ευρήματα της
μελέτης είναι πως 1 στα 6 παιδιά σε όλη τη χώρα, δηλώνουν ότι αισθάνονται πώς το
σχολείο δεν τους μαθαίνει να μην εκφοβίζουν τους συμμαθητές τους και πως ο
σχολικός εκφοβισμός, είναι φυλετικός -εκδηλώνεται περισσότερο σε κορίτσια και
σε φτωχά παιδιά. Με βάση τα παραπάνω, ο σχολικός εκφοβισμός είναι μόνο μια
αντανάκλαση και μια προέκταση των μορφών βίας -οπαδική βία, ενδοοικογενειακή
βία, ρατσισμός, body shaming, που σχετίζονται με το σύνολο της δομημένης
κοινωνίας.
Οι ψυχολόγοι τα τελευταία χρόνια αποκαλούν τη βία «μεταδοτική ασθένεια» καθώς
αυξάνεται και μεταβαίνει σε ολοένα και περισσότερους χώρους – σχολεία,
ιδρύματα, εκκλησιαστικές και θρησκευτικές οργανώσεις, που φαινομενικά είναι
προστατευόμενοι, εποπτευόμενοι και ασφαλείς. Η βία ορίζεται ως ένας τρόπος
φυσικής επίθεσης με πρόθεση τον τραυματισμό (σωματικό ή ψυχικό) ενός άλλου
προσώπου. Πολυάριθμοι παράγοντες καθορίζουν την άσκηση βίαιης συμπεριφορά.
Αυτοί οι παράγοντες περιλαμβάνουν βιολογικά χαρακτηριστικά, τύπους
οικογενειακών δεσμών και σχεσιακά χαρακτηριστικά μεταξύ των μελών της
οικογένειας, ατομικά χαρακτηριστικά -επίπεδο εκπαίδευσης και ευφυίας,
χαρακτηριστικά αναπτυξιολογικά, τύπους σχέσεων, κουλτούρα και ψυχική
ανθεκτικότητα, δηλαδή τόσο ιδιοσυστασιακά όσο και κοινωνικά χαρακτηριστικά.
Κάθε παράγοντας στη ζωή ενός ατόμου μπορεί να επηρεάσει ή να επηρεαστεί από
άλλους παράγοντες. Όταν υπάρχει συσσώρευση αρνητικών παραγόντων (όπως
κακοποίηση, ψυχολογικά, κοινωνικά ή οικονομικά προβλήματα) και απουσιάζουν οι
θετικοί παράγοντες (όπως ευκαιρίες για επιτυχίες, μορφωτικά ερεθίσματα,
ψυχολογική ανθεκτικότητα), τότε είναι πιο πιθανό η βία να προκύψει ως μέσο
διαχείρισης προβλημάτων στη ζωή ενός ατόμου. H βίαιη συμπεριφορά ανακύπτει
όταν οι αρνητικοί παράγοντες υπερισχύουν των θετικών και τότε είναι που χάνεται
ο έλεγχος.
Σύμφωνα και με όσα αναλύθηκαν παραπάνω, το φαινόμενο της σχολικής βίας είναι
μια σύνθετη διαδικασία μεταξύ ατομικών και περιβαλλοντολογικών παραγόντων.
Τα ατομικά χαρακτηριστικά του παιδιού, το οικογενειακό περιβάλλον που ζει, οι
κοινωνικές επιρροές που δέχεται, το ψυχολογικό κλίμα του σχολείου, το
εκπαιδευτικό σύστημα, η στάση των γονιών και των εκπαιδευτικών απέναντι στη
βία, τα ΜΜΕ είναι από τους παράγοντες που παίζουν καθοριστικό ρόλο στην
εκδήλωση βίαιης συμπεριφοράς.
Στο οικογενειακό περιβάλλον μεγάλης σημασίας είναι ο τρόπος που ανατράφηκε
ένα παιδί από τον βασικό κηδεμόνα – η έλλειψη τρυφερότητας και εμπλοκής του
γονέα αυξάνει τον κίνδυνο να γίνει αργότερα το παιδί επιθετικό και εχθρικό προς
τους άλλους. Επιπλέον, έχει διαφανεί πως η ανεκτική συμπεριφορά του κηδεμόνα ο
οποίος δε θέτει σαφή όρια στην επιθετική συμπεριφορά του παιδιού, δημιουργεί
προϋποθέσεις για την μετέπειτα άσκηση βίας από μεριάς του παιδιού. Στην
αντίθετη περίπτωση, η χρήση πολύ αυστηρών μεθόδων ανατροφής, όπως η
σωματική τιμωρία και τα βίαια συναισθηματικά ξεσπάσματα μπορεί, πάλι, να
αυξήσουν το επίπεδο επιθετικότητας του παιδιού.
Πέρα από τις συνθήκες ανατροφής κατά τη περίοδο της παιδικής ηλικίας, σημαντικό
ρόλο στην εμφάνιση του προτύπου επιθετικής αντίδρασης, διαδραματίζουν και οι
σχέσεις των ενηλίκων μεταξύ τους μέσα στην οικογένεια. Οι συχνές συγκρούσεις, οι
έριδες και οι καβγάδες δημιουργούν για τα παιδιά ένα κλίμα ανασφάλειας και
σχετίζονται με τη χρήση των ακατάλληλων μεθόδων διαπαιδαγώγησης.
Επιπροσθέτως, σημαντικός παράγοντας στην έκφραση βίας, είναι ο διαφορετικός
τρόπος κοινωνικοποίησης ανάμεσα στα δύο φύλα που ξεκινάει, αρχικά, μέσα από
την οικογένεια και συνεχίζεται στο σχολείο. Τα αγόρια έχουν περισσότερες
πιθανότητες εμπλοκής σε περιστατικά σχολικής βίας συγκριτικά με τα κορίτσια, και
αυτό συνδέεται, αναμφίβολα, με τη διαδικασία της διαφορικής κοινωνικοποίησης,
έτσι το αγόρι μαθαίνει να συμπεριφέρεται ως αγόρι, όπως άλλωστε και το κορίτσι
μαθαίνει να συμπεριφέρεται ως κορίτσι. Εν κατακλείδι, η οικογένεια είναι
υπεύθυνη για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα ενός παιδιού. Ένα παιδί που ζει σε
ένα άσχημο οικογενειακό περιβάλλον με ξεσπάσματα θυμού και σωματικές
τιμωρίες, είναι αυτονόητο ότι θα εμφανίσει βίαιη συμπεριφορά. Η έκθεση σε μη
αποδεκτές μορφές συμπεριφοράς μπορούν να επηρεάσουν την εικόνα του παιδιού
γύρω από την επιθετική συμπεριφορά και να τη θεωρήσουν ως μια αποδεκτή
μορφή και μέθοδο αντιμετώπισης συγκρούσεων.
Και ενώ το οικογενειακό περιβάλλον είναι αυτό που θέτει τις βάσεις της επιθετικής
συμπεριφοράς, το σχολείο είναι το σημείο εκδήλωσης την επιθετικής
συμπεριφοράς και αυτό συμβαίνει διότι το σχολικό περιβάλλον ενθαρρύνει τον
ανταγωνισμό μεταξύ των συμμαθητών. Η έλλειψη συνεργασίας σχολείου και
γονιών, η περιορισμένη συμμετοχή των γονιών στο σχολείο, αλλά και το μειωμένο
ενδιαφέρον εκπαιδευτικών και γονιών για τη συναισθηματική ζωή των παιδιών,
δημιουργούν προϋποθέσεις για τα φαινόμενα βίας στην σχολική κοινότητα.
Στην αμέσως επόμενη θέση, είναι ο ρόλος της κοινωνίας στην εμφάνιση
περιστατικών βίας στο σχολικό περιβάλλον. Κάθε άτομο λειτουργεί επηρεαζόμενο
από τις εκάστοτε κοινωνικές συνθήκες στις οποίες ζει και προσαρμόζεται. Η
σημερινή κοινωνία με τα υψηλά επίπεδα ανεργίας, φτώχιας, την υψηλή πυκνότητα
πληθυσμού, την έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ των πολιτισμικών ομάδων, τις
κοινωνικές ανισότητες, τις κοινωνικές κατασκευές που δημιουργεί και ενισχύει,
παραμένει βίαιη ενθαρρύνοντας την εγκληματικότητα.
Επιπλέον ήδη γνωρίζουμε από εκτεταμένες διεθνείς έρευνες, ότι τα παιδιά και οι
έφηβοι που βλέπουν εκπομπές με πολλή βία ή παίζουν παιχνίδια στα οποία ασκούν
βία γίνονται πιο επιθετικά και έχουν λιγότερη ενσυναίσθηση για τα θύματα βίας.
Από όλα τα παραπάνω γίνεται κατανοητό ότι το φαινόμενο του ενδοσχολικού
εκφοβισμού είναι πολυπαραγοντικό και πολυδιάστατο ενώ αντίθετα οι λύσεις που
έχουν προταθεί και δοκιμαστεί είναι μεμονωμένες και αδύναμες να αντιταχθούν
στη συνολική δυναμική των αρνητικών επιδράσεων.
Για την μείωση της βίας από την κοινωνία, απαιτούνται σειρές βημάτων από πολύ
μικρά μέχρι πολύ μεγάλα, βήματα που αφορούν την οικονομική ευημερία των
ανθρώπων αλλά και την κάλυψη περισσότερο εσωτερικών και πνευματικών
αναγκών. Για να επέλθουν συλλογικές αλλαγές η αρχή πάντα είναι το ίδιο το άτομο.
Χρειάζεται όλοι να διαμορφώσουμε τον κόσμο στον οποίο θέλουμε να ζούμε,
διαμορφώνοντας τον εαυτό και επιδρώντας στον μικρόκοσμο μας!

Βιβλιογραφικές Αναφορές

Olweus, D. (1978) Aggression in the schools: Bullies and whipping boys.
Washington, DC: Hemisphere.
Olweus, D. (1993). Bullying at school: What we know and what we can do. USA:
Blackwell. 70
Olweus, D. (2009). Εκφοβισμός και βία στο σχολείο. Τι γνωρίζουμε και τι μπορούμε
να κάνουμε. Αθήνα: Εταιρία Ψυχοκοινωνικής Ανάπτυξης του Παιδιού και του
Εφήβου (Ε.Ψ.Υ.Π.Ε.)
Rigby, K. (1996). Bullying in schools – and what to do about it. Melbourne, ACER.
Rigby, K. (2002). New Perspectives on Bullying. London: Jessica Kingsley.
Rigby, K. (2008a). Σχολικός Εκφοβισμός. Σύγχρονες απόψεις. Αθήνα: Τόπος.
Rigby, K. (2008β). Children and Bullying. How Parents and Educators Can Reduce
Bullying at School. USA: Blackwell Publishing.

Rigby, K., Thomas, E. B., & Australian Council for, E. R. (2010). How schools
counter bullying: Policies and procedures in selected Australian schools.
Camberwell, Vic: Australian Council for Education Research.
Smith, P. K., & Sharp, S. (1994). School bullying: Insights and perspectives. London:
Routledge.
Stavrinides, P., Paradeisiotou, A., Tziogouros, C., Lazarou, C. (2010). Prevalence of
Bullying among Cyprus Elementary and High School Students. International
Journal of Violence and School, 114-128.
Tattum, D., & Tattum, E. (1992). Social Education and Personal Development.
London: David Fulton.
Tsitsika A., Janikian Μ., Wójcik S., Makaruk K., Tzavela E.C., Tzavara C.,
Greydanus D., Merrick J., & Richardson C. (2015). Cyberbullying victimization
prevalence and associations with internalizing and externalizing problems
among adolescents in six European countries. Computers in Human Behavior,
51, 1-7.
Ybarra, M. & Mitchell, K. (2007). Prevalence & frequency of Internet harassment
instigation: Implications for adolescent health. Journal of Adolescent Health,
41(2): 189-195.
Ανδρέου, Ε., & Smith, P.K. (2002). Το φαινόμενο του «bullying» στο χώρο του
σχολείου και η άσκηση σωματικής και ψυχολογικής βίας από συνομηλίκους.
Παιδαγωγική Επιθεώρηση, 34, 9-25.
Αρτινοπούλου, Β. (2010). Η σχολική διαμεσολάβηση. Εκπαιδεύοντας τους μαθητές
στη διαχείριση της βίας και του εκφοβισμού. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.
Ασημόπουλος, Χ., Χατζηπέμου, Θ., Σουμάκη, Ε., Διαρεμέ, Σ., Γιαννακοπούλου, Δ. &
Τσιάντης, Ι. (2008). Το φαινόμενο του εκφοβισμού στο δημοτικό σχολείο:
Απόψεις μαθητών, απόψεις εκπαιδευτικών. Παιδί και Έφηβος, 10(1), 97110.
Γκατζέλια, Ν. (2016). Η βία στο σχολικό χώρο και ο ρόλος του εκπαιδευτικού.
Ηλεκτρονικό περιοδικό Ψυχογραφήματα. Ανακτήθηκε 4/2/2017 από
http://psychografimata.com/.

Κατηγορίες: Ψυχολόγοι

.site-info { display : none; }